Βενζόλιο6

Παναγιώτης Κατωπόδης · πολυγλωσσικό εργαστήριο

Ελληνική έκδοση ↗

6 γλώσσες · 3 εκδοχές · κάθε λέξη αναλύσιμη

Τίποτε δεν μεταφέρεται χωρίς να μεταλλαχθεί.

Επίλεξε γλώσσα και εκδοχή. Πάτησε οποιαδήποτε λέξη του πρωτοτύπου ή της μετάφρασης για μορφολογία, ρίζα και μεταφραστικό σκεπτικό.

Αγγλικά · Latin

EL

Πρωτότυπο

.

.

,

,

.

.

EN

Πιστή

,

.

.

,

,

.

.

Διατηρεί την ευθεία ταύτιση, τη χημική ορολογία και την παράξενη επιρρηματική κατάληξη.

EN · Latin

benzene

Λήμμα
benzene
Μορφολογία
noun · mass noun
Ρίζα / διαδρομή
German Benzin / French benzène < benzoin; suffix -ene
Γιατί αυτή η λέξη
International scientific form; maximum lexical continuity with βενζόλιο.

Διαγλωσσικοί δεσμοί

Η ρίζα αλλάζει σώμα.

Διάλεξε έννοια για να δεις αν οι γλώσσες συγγενεύουν ετυμολογικά, μορφολογικά ή μόνο σημασιολογικά.

Έξι γλωσσικές μορφές συνδέονται με τον συνεκτικό μηχανισμό benz-.benz-μηχανισμόςELENRUFRESDE
ELβενζόλιο
ENbenzene
RUбензол
FRbenzène
ESbenceno
DEBenzol

Η διεθνής επιστημονική βάση benz- περνά και στις έξι γλώσσες· αλλάζει κυρίως η χημική κατάληξη και το γραμματικό γένος.

Αρχή της έκδοσης

Η συγγένεια δεν σημαίνει πάντοτε κοινή καταγωγή.

Ετυμολογική συνοχή όταν δύο λέξεις μοιράζονται ιστορική ρίζα: καψούλι και капсюль ανάγονται τελικά στο λατινικό capsula.

Μορφολογική συνοχή όταν διαφορετικές ρίζες οργανώνονται με τον ίδιο τρόπο: αν-αιμα-κτ-ως, blood-less-ly, бес-кров-н-о.

Σημασιολογική συνοχή όταν άσχετες ιστορικά λέξεις συγκλίνουν στην ίδια σωματική ύλη: σάρκα, flesh, плоть.

Λεξικογραφικά στηρίγματα

OED · benzeneMerriam-Webster · primerВикисловарь · капсюльВикисловарь · бескровноCNRTL · benzèneCNRTL · amorceRAE · bencenoRAE · fulminanteDuden · BenzolCollins · Zündhütchen